Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επιθυμία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επιθυμία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

9.9.14

Στον φόβο ,δεν πετάνε τα πουλιά.



Θυμάμαι εγώ . Ένα μικρό ήμουνα πάντοτε πουλί
Τα άλλα πουλιά με μάθανε ,τα πάντα να φοβάμαι
Να ζω με βάλανε λοιπόν , σε ένα άγνοιας κλουβί
Και μου είπαν, κάλιο τα πουλιά , να μην πετάμε

Υπάρχει μου είπανε, στον ουρανό ,ένα άγνωστο κενό
Που όσα πουλιά μέσα σε αυτό πετάξουν, θα καούνε 
Το λένε γνώση και τα πουλιά δεν έχουν το μυαλό
Να καταλάβουν τι είναι αυτή ,μέσα της δεν πετούνε

Έτσι λοιπόν μου μάθανε ,από μικρό πουλάκι ακόμα
Σε ένα κλουβί της άγνοιας , εκεί πρέπει να ζήσω
Τι κι αν εγώ που έβλεπα ,να έχω φτερά στο σώμα
Σε γνώσης άγνωστο κενό, ποτέ να μην τα ανοίξω

Ζούσα όπως μου μάθανε , μα ήμουν δυστυχισμένο
Με φόβους και υποταγή ,μια φυλακή όλη η ζωή μου
Πουλί φτιαγμένο να πετά, σε ένα κλουβί κλεισμένο
Οι φόβοι σφράγισαν γερά ,την πόρτα στο κλουβί μου 

Βλέπω ψηλά στον ουρανό ,που άλλα πουλιά πετάνε
Λεύτερα απ’ τους φόβους τους ,απλώνουν τα φτερά
Πάντα κόντρα στον άνεμο ,την γνώση αναζητάνε
Χωρίς να νοιάζονται αν θα μπουν, σε άγνωστα κενά

Τι νόημα έχει αλήθεια η ζωή, εάν την αλήθεια της φοβάσαι;
Αν φοβισμένοι δάσκαλοι ,σύμβουλοι, με ημίμετρα γονείς
Με παραμύθια φοβικά σε μάθανε να ζεις και να κοιμάσαι
Μες τα κλουβιά αυτοί ,έτσι και εσύ ,μες το κλουβί να ζεις

Ελεύθερα γεννιούνται τα πουλιά ,στον φόβο δεν πετάνε 
Ελεύθερος λοιπόν ,απ’ το κλουβί της άγνοιας θα βγω και θα πετώ
Κι αν θα καώ στο άγνωστο ,που τα φτερά μου θα με πάνε
Από τις στάχτες μου ελεύθερος, όπως ο Φοίνιξ ,θα ξαναγεννηθώ

- John Fenix - 

23.6.14

Να σε χαζεύω ....


Πόσο θα' θελα τώρα να φεύγαμε μαζί..
Να πάρουμε το αυτοκίνητο και να εξαφανιστούμε..
Εσύ να οδηγείς κι εγώ να σε χαζεύω..
Να είσαι προσηλωμένος στο δρόμο και εγώ τεμπέλικα να μισοκλείνω τα μάτια 
και να σε σκανάρω από πάνω μέχρι κάτω..
Από το πρόσωπο..το προφίλ σου..τα χείλη σου..
Και από τα χείλη σου να γκρεμίζομαι στο στήθος σου..
Να γυρνάς και να με κοιτάς για δευτερόλεπτα..Και να αναρωτιέσαι τι σκέφτομαι..
Ποτέ δεν φανταζόμουν πόσο πολύτιμο είναι να μπορείς να παρατηρείς κάποιον..
Όχι να τον συναντάς ή να του μιλάς..Απλά να τον κοιτάζεις… με την άνεση σου.. 
Να αφεθείς στην εικόνα του και να μπορείς να αφιερώσεις ώρες να τον χαζεύεις.. 
Να δεις όλες εκείνες τις μικρές λεπτομέρειες σε κάθε χιλιοστό που υπάρχει επάνω του..
Αυτό θέλω..Αυτή τη θέα..Μπορώ; Μπορούν να σε χαρούν τα μάτια μου για ώρες;
Δεν θα κάνω τίποτα..Δεν θα σε αγγίζω..Δε θα σου μιλώ..Μόνο θα κοιτάω..
Να φυλακίσω κάθε λεπτομέρεια σου στο μυαλό μου..Αυτή τη θέα θέλω...
Και θέλω να έχει και μουσική.. από εκείνες που σε κάνουν να κλαις..
Και θέλω να έχει και άρωμα.. το δικό σου άρωμα..
Και μετά μπορώ να κλείσω τα μάτια μου.. Χωρίς καμία έγνοια..
Γιατί θα σ΄ έχω πλάι μου..
Και θα έχω μάθει όλες εκείνες τις απαντήσεις που θέλω να μάθω..
Και δεν θα πονάω.. Ούτε θα φοβάμαι.. Γιατί θα σ' έχω πλάι μου...
Αναρωτιέμαι μέχρι που φτάνουν οι αντοχές.. 
Αυτή τη θέα όμως θέλω να τη δω...

Μαρία Στυλου - Να σε χαζεύω 

19.2.14

Το ηλιοτρόπιο (Ευγένιος Τριβιζας)





Ήταν κάποτε ένα λιβάδι γεμάτο ηλιοτρόπια. Κι όλα αυτά τα ηλιοτρόπια κοιτούσαν ολημερίς με θαυμασμό τον ήλιο. Όταν ο ήλιος ήταν από κει, γύριζαν από κει. Όταν ο ήλιος ήταν από δω, γυρνούσαν από δω. Εκτός από ένα. 

Ένα μόνο ηλιοτρόπιο απ΄όλα τα ηλιοτρόπια του κάμπου δεν κοίταζε τον ήλιο. Όταν ο ήλιος ήταν από δω, το ηλιοτρόπιο αυτό κοιτούσε από κει. Όταν ο ήλιος ήταν από κει, το ηλιοτρόπιο κοιτούσε από δω 

"Μα γιατί δεν κοιτάς κι εσύ τον ήλιο τον ακριβοθώρητο όπως εμείς;" ρωτούσαν τ΄άλλα ηλιοτρόπια απορημένα. 

"Και γιατί να τον κοιτάω;" 

"Επειδή είναι χρυσός. Επειδή λάμπει κι ανασαίνει φως". 

"Ε και λοιπόν; Χαρά στο πράγμα! Ανασαίνει φως και κάτι έγινε" 

"Τι θες να πεις; Δεν σ΄αρέσει δηλαδή;" 

"Καλός είναι δεν λέω, αλλά όχι και να τον θαυμάζει κανείς απ΄το πρωί ίσαμε το βράδυ. Αλήθεια, δεν μπορώ να καταλάβω τι του βρίσκετε και τον κοιτάτε σαν χαζά, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει".

"Δεν είναι στα καλά του, σκεφτόνταν τα ηλιοτρόπια "Ακούς εκεί, να μη θέλει να κοιτάζει τον ήλιο;" 

Και περνούσαν οι μέρες. Και όλα τα ηλιοτρόπια κοιτούσανε τον ήλιο, εκτός από κείνο το ηλιοτρόπιο το ένα, που κοιτούσε πάντα από την αντίθετη μεριά. 

"Δε μου λες; Γιατί δεν με κοιτάς;" το ρωτάει μια μέρα ο ήλιος 

"Άσε με ήσυχο" είπε το ηλιοτρόπιο 

Πες μου, γιατί δε με κοιτάς;" ξαναρωτάει ο ήλιος. 

"Θέλεις αλήθεια να σου πω;" 

"Ναι" 

"Επειδή… θέλω να βγαίνεις μόνο για μένα. Μόνο για μένα να γελάς. Να λάμπεις μόνο για μένα. Εμένα μόνο να ζεσταίνεις" είπε το ηλιοτρόπιο. "Αν έβγαινες μόνο για μένα, τότε ναι θα σε κοιτούσα" "Μα δεν γίνεται αυτό" αποκρίθηκε ο ήλιος. "Δεν γίνεται να βγαίνω μόνο για σένα, να γελάω μόνο για σένα, εσένα μόνο να ζεσταίνω. Δεν γίνεται" 

"Τότε κι εγώ δεν θα σε κοιτάω" 

"Μα πρέπει μικρό ηλιοτρόπιο. Θα μαραθείς, αν δε με κοιτάς" 

"Και τι σε νοιάζει εσένα αν μαραθώ. Παράτα με" είπε το ηλιοτρόπιο. Δεν μίλησε ο ήλιος. Και το ηλιοτρόπιο κοιτούσε με πείσμα από την άλλη τη μεριά. Και περνούσαν οι μέρες και άρχισε να χλωμιάζει το ηλιοτρόπιο.

"Είδατε;" ψιθύρισαν τ' άλλα ηλιοτρόπια μεταξύ τους "Δεν κοιτάζει τον ήλιο και ορίστε.. Ιδού τα αποτελέσματα. Δεν το βλέπω καθόλου καλά. Να το θυμηθείτε ότι έτσι που πάει αργά ή γρήγορα θα μαραθεί". 

Είχε δίκιο. Κάθε μέρα που περνούσε το ηλιοτρόπιο γινόταν όλο και πιο χλωμό, ο μίσχος στα πέταλά του μαραινόταν, αλλά ούτε που γύριζε να κοιτάξει τον βασιλιά τον ήλιο. 

Παραξενεμένα τα ηλιοτρόπια, το άκουγαν να μιλάει μόνο του. "Φύγε" έλεγε "δε θέλω να σε βλέπω. Φύγε" 

Ώσπου ένα βράδυ, το τελευταίο κείνο βράδυ, όταν όλα τ΄άλλα ηλιοτρόπια είχαν αποκοιμηθεί, μέσα στη νύχτα, μέσα στη σιωπή, πρόβαλε ο ήλιος. Πρώτη φορά έβγαινε το βράδυ. Δεν είχε ξαναγίνει κάτι τέτοιο. Βγήκε κι έδιωξε το σκοτάδι και πλημμύρισε μ΄ένα χρυσαφένιο φως, μαγευτικό φως τ΄όνειρό του. 

"Ήρθες;" είπε το ηλιοτρόπιο. 

"Ήρθα" είπε ο ήλιος 

"Μόνο για μένα;" 

"Μόνο για σένα" αποκρίθηκε ο ήλιος "Έλα". 

Ένιωσε ανάλαφρο το ηλιοτρόπιο, τόσο ανάλαφρο σαν να μη το έδενε η ρίζα του στο χώμα. Λες κι έγιναν φτερά τα φύλλα του, αφέθηκε ν΄ανεβαίνει.. Κι ανέβαινε, όλο ανέβαινε.. Ήταν τόσο μαγευτικός ο ουρανός, τόσο φωτεινός, δεν γίνεται πιο φωτεινός.. Κι έφτασε κοντά στον ήλιο. Κι από κει ψηλά είδε όλες τις θάλασσες, κι όλα τα λιβάδια, είδε λίμνες, είδε λιμώνες, είδε δάση, είδε ροδώνες και χώρες μαγικές και κόρφους μυστικούς και νησιά που ταξιδεύανε στο κύμα και πράσινα ποτάμια που στραφτάριζαν κι ολόλευκα πουλιά πάνω απ΄τα βουνά τ΄ασημένια. 

"Έλα κοντά μου" είπε ο ήλιος. Το ηλιοτρόπιο πήγε κοντά. 

"Πιο κοντά" είπε ο ήλιος. Το ηλιοτρόπιο πήγε πιο κοντά. 

"Κοίτα με" είπε ο ήλιος "Κοίτα με ηλιοτρόπιο" Το ηλιοτρόπιο τον κοίταξε. 

"Εσένα μόνο" είπε ο ήλιος, και το άγγιξε με την ανάσα του. 

Κι ένιωσε την ανάσα εκείνη να το καίει σαν πυρετός, σαν φλόγα να το αγκαλιάζει, σαν αστραπή θαμπωτική να το πονά κι ήταν όλα ένα χρυσάφι μέσα του, ολόγυρά του. Φλόγα θαμπωτική ο ουρανός απ΄άκρη σε άκρη. Κι ένιωσε τα φυλλοκάρδια του ν΄ανοίγουν, να γλιστράνε, να σκορπάν τα σπόρια του, να πέφτουν δάκρυ και βροχή στις θάλασσες του κόσμου κι όπως αγγίζαν τον αφρό, όπως άγγιζαν το κύμα σπίθες ξενες να πηδούν, μυριάδες ηλιοτρόπια να βλασταίνουν στη στιγμή, κύματα κι άλλα κύματα από ηλιοτρόπια χρυσά, ήλιοι λουλουδένιοι που στραφτάριζαν ολούθε ονειρικά, θάλασσες απέραντες χωρίς αρχή και τέλος.

Είχε συννεφιά τ΄άλλο πρωί. Δεν βγήκε τη μέρα εκείνη ο ήλιος. Κατασκότεινος ο ουρανός, λες κι ήταν βουρκωμένος . Το ηλιοτρόπιο έγερνε στο μίσχο του ξερό, καψαλισμένο, δίχως δροσιά, χωρίς πνοή, ανάμεσα στα δροσά ηλιοτρόπια του κάμπου. 

"Τά΄θελε και τά΄παθε" είπε ένα ηλιοτρόπιο 

"Πήγαινε γυρεύοντας" είπε ένα άλλο. Έτσι είπαν. 

Έτσι είπαν και το λυπήθηκαν. Το λυπήθηκαν επειδή κανένα τους δε μάντεψε, πόσο μεγάλη ήταν η αγάπη του, κανένας δεν έμαθε ποτέ το τελευταίο όνειρό του.



4.2.14

Τα τρία δέντρα ...





Ήταν μια φορά σ΄ένα δάσος τρία δέντρα. Το καθένα από αυτά είχε για τον εαυτό του έναν οραματισμό...

Το πρώτο επιθυμούσε να αξιωθεί να γίνει κάποια στιγμή ένα πολύτιμο μπαούλο ξυλόγλυπτο, όμορφα σκαλισμένο, που μέσα του θα φυλάσσεται ένας πολύτιμος θησαυρός.

Το δεύτερο δέντρο ήθελε να αξιωνόταν να γίνει στα χέρια ενός καλού ναυπηγού ένα μεγάλο καράβι και όμορφο που θα μετέφερε βασιλιάδες και επίσημα πρόσωπα, που θα έκανε ταξίδια υψηλών προσώπων.

Το τρίτο δέντρο έλεγε ότι το μόνο που θα ήθελε ήταν να γίνει το πιο ψηλό και πιο δυνατό δέντρο του δάσους, έτσι ώστε οι άνθρωποι, που θα βλέπουν το ύψος του στην κορυφή του λόφου, να σκέπτονται τον ουρανό και τον Θεό.


13.7.13

Παρασκευή βράδυ.. Νοσταλγώ...




                                                       
Νοσταλγώ ....
Τις στιγμές που ήμουν παιδί και έτρεχα ανέμελα απο δω και απο κει ..
Τότε που δεν είχα τίποτε άσχημα να σκεφτώ, τίποτα να με ανησυχεί.
Νοσταλγώ...
Τις διακοπές που περνούσα στο χωριό παρέα με τους φίλους μου..
Στιγμές αξέχαστες, λες και δεν υπήρχε άλλη εποχή.
Νοσταλγώ...
Τις ώρες που περίμενα καρφωμένη στο παράθυρο μπας και δω αυτόν που είχα ερωτευτεί.
Νοσταλγω...
Να καθίσω μπροστά στην τηλεόραση και να παρακολουθήσω για ώρες τα αγαπημένα μου προγράμματα.
Νοσταλγώ..
Τις στιγμές που έπιανα τον εαυτό μου να ονειρεύεται παρέα με αγαπημένα τραγούδια.. 
Νοσταλγώ...
Τις βραδυνές βόλτες στην θάλασσα.. Που την χάζευα και χανόμουν στην θέα της. Που ήταν η παρηγόρια της μοναξιάς μου... 
Νοσταλγώ..
Να βγω μια βόλτα χωρίς να με νοιαζει τι ώρα θα επιστρέψω σπίτι. Χωρίς να υπάρχει κάπιος να με περιμένει.. 
Νοσταλγώ...
Να κοιμηθώ και να ξυπνήσω ότι ώρα θέλω ξέροντας πως έχω μια μέρα αφιερωμένη σε μένα και μόνο.Να κάνω αυτά που η ψυχή μου επιθυμεί.
Νοσταλγώ...
Να πάω στα μαγαζιά και να αγοράσω ότι γουστάρω.. Να νιώσω ξανά ωραία και γοητευτική.
Νοσταλγώ..
Να βάλω τα καλά μου και να περάσω όμορφα με παρέα.  
Νοσταλγώ.. 
Να πάω ταξιδάκι. Κάπου μακριά. Φτάνει να ξεφύγω από τον εφιάλτη της ρουτίνας
Νοσταλγώ.. 
Την στιγμή που θα ξυπνήσω και θα πω.. ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ!
Νοσταλγώ... 

ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ !!!



    

~MaRia~